Κυριακή 7 Αυγούστου 2011

ΣΥΓΚΟΙΝΩΝΙΑΚΕΣ Α-ΤΑΞΙ-ες

 Αρθρογραφεί: ο Δικηγόρος Χρήστος Χατόλας


Η πρόσφατη απεργία των ΤΑΞΙ επανέφερε στο προσκήνιο τις αταξίες, αρυθμίες και τα προβλήματα της τοπικής μας αστικής συγκοινωνίας.





Από τότε που θυμάμαι τις αστικές συγκοινωνίες σ’ αυτόν τον τόπο (μέσα δεκαετίας του 60), ουσιαστικά, τα μόνα πράγματα που έχουν αλλάξει είναι το μέγεθος των λεωφορείων και οι εισπράκτορες (που αντικαταστάθηκαν από ακυρωτικά μηχανήματα). 


Έχουν απομακρυνθεί επίσης από τα λεωφορεία: το μικρό εικονοστάσι πάνω απ’ τον οδηγό (ίσως επειδή έγιναν πιο ασφαλή τα λεωφορεία ή επειδή υπάρχει πλέον υποχρεωτική αστική ασφάλιση), καθώς και οι ηθικοπλαστικές πινακίδες με επιγραφές όπως «Απαγορεύεται το πτύειν» και «Μην υβρίζετε τα Θεία» (μάλλον επειδή απεδείχθησαν αλυσιτελείς).  

 Ο χώρος που καλύπτει η αστική συγκοινωνία είναι ο ίδιος, ίδια – αν όχι και χειρότερη – και η συχνότητα και ποιότητα των δρομολογίων. Υπάρχει και μια σημαντική «αναλογία» στις τιμές των εισιτηρίων: Μια δυο δραχμές τα θυμάμαι πριν 45 χρόνια, κοντά στο ένα με δυο ευρώ τιμώνται σήμερα. Μόνο που τότε, ο κατώτατος μισθός ήταν γύρω στα τρία χιλιάρικα (δραχμές), ενώ σήμερα είναι γύρω στα 600 (ευρώ) – αν είναι κιόλας.
 Κι όμως, από τα μέσα της δεκαετίας του 60 μέχρι σήμερα, ο πληθυσμός της περιοχής (σημερινός Καλλικράτειος Δήμος Χαλκιδέων) έχει πολλαπλασιασθεί, όπως και η οικονομική και κοινωνική δραστηριότητα και γενικότερα οι ρυθμοί της ζωής, πράγματα δηλαδή, που απαιτούν ταχύτερες και πιο συχνές μετακινήσεις, άρα και καλύτερη και πιο αξιόπιστη συγκοινωνία. . 
Κι, αφού η αστική συγκοινωνία δεν βελτιώθηκε, είναι προφανές ότι, οι αυξημένες ανάγκες μετακίνησης καλύφτηκαν κυρίως από την θεαματική αύξηση του αριθμού και της κυκλοφορίας των ΙΧ επιβατικών αυτοκινήτων και μοτοσικλετών και δευτερευόντως απ’ τα ΤΑΞΙ. 


Η τεράστια αυτή αύξηση της κυκλοφορίας των ΙΧ, μαζί με τις συνακόλουθες ανάγκες στάθμευσής τους, έπρεπε ν’ αναπτυχθούν  μέσα σ’ έναν πολεοδομικό ιστό , σχεδιασμένο με προδιαγραφές κωμόπολης και χωριών – αν υπήρξε και ποτέ τέτοιος σχεδιασμός, με στενούς δρόμους, κατοικίες χωρίς χώρους στάθμευσης κλπ. 
Κάτι τέτοιο ήταν, προφανώς, αδύνατον, γι’ αυτό και το πράγμα αφέθηκε στην τύχη του, εξ’ ου και βιώνουμε τις αφόρητες κυκλοφοριακές συνθήκες, που, πλέον δεν αφορούν μόνο το κέντρο της πόλης της Χαλκίδας, αλλά έχουν επεκταθεί και έχουν υποβαθμίσει αισθητά τις συνθήκες κυκλοφορίας και την ποιότητα ζωής σε όλες τις συνοικίες και τις πόλεις, χωριά και οικισμούς  που συγκροτούν τον σημερινό Δήμο Χαλκιδέων.
Σ’ ένα τέτοιο περιβάλλον, το δημόσιο αγαθό της συγκοινωνίας μπορεί να το απολαύσει, με κάποια επάρκεια και ποιότητα,  μόνο ο κάτοχος ιδιωτικού μέσου αυτοκίνησης, με ότι αυτό συνεπάγεται για τους υπόλοιπους και την περιοχή, ενώ η δημόσια συγκοινωνία με τα λεγόμενα μαζικά μέσα μεταφοράς – εν προκειμένω την αστική συγκοινωνία – αφορά πλέον τους πολύ φτωχούς και τους μη διαθέτοντες δικό τους μέσο ή οικονομική δυνατότητα χρήσης των υπηρεσιών των ΤΑΞΙ. 
Απ’ αυτό το σύνολο προβλημάτων, σύμπασα η τοπική μας ηγεσία (συμπολιτευόμενη κι αντιπολιτευόμενη) ασχολήθηκε κι ασχολείται πρόχειρα κι αποσπασματικά, μόνο με το θέμα της κυκλοφορίας των ΙΧ (με κατασκευή και λειτουργία parking κλπ), ενώ το πρόβλημα της δημόσιας αστικής συγκοινωνίας, μένει,  ουσιαστικά, ανέγγιχτο.
Αδυνατώ να πιστέψω ότι το τοπικό πολιτικό προσωπικό, που εκφράζει την πλειοψηφία των εκλογέων, απαξιοί ν’ ασχοληθεί με τη δημόσια συγκοινωνία, θεωρώντας ότι δεν αποτελεί αυτό πρόβλημα για τους ίδιους και τους εντολείς-εκλογείς τους, μιας και όλοι τους διαθέτουν ΙΧ κι υπάρχει ακόμα άφθονος χώρος για κίνηση και στάθμευση, σε δρόμους, πεζόδρομους, πεζοδρόμια (ακόμα και το κατάστρωμα και το πεζοδρόμιο της συρταρωτής γέφυρας του Ευρίπου χρησιμεύει ως Parking).
Θέλω να πιστεύω ότι, η μέχρι σήμερα αμέλεια οφειλόταν στην έλλειψη θεσμικών εργαλείων και αρμοδιοτήτων και στην γενικότερη περιρρέουσα ατμόσφαιρα του εφησυχασμού και του «δεν βαριέσαι», που καλλιέργησε το χρεοκοπημένο και καταρρέον ήδη πολιτικό-πελατειακό σύστημα.

Οι καιροί έχουν δραματικά αλλάξει και πρέπει κι εμείς, σαν τοπική κοινωνία, ν’ αλλάξουμε τις παραδοχές και τις ανοχές μας.
Προς αυτήν την κατεύθυνση κι αν δεν θέλουμε σε λίγο ο τόπος μας να θυμίζει αφόρητες τριτοκοσμικές περιοχές και το κέντρο της πόλης μας να έχει την τύχη αυτού του κέντρου της Αθήνας , θα πρέπει να πάψουμε να ενθαρρύνουμε  την μετακίνηση με αυτοκίνηση και την εξ’ αυτής απορρέουσα εγωιστική κι αντικοινωνική κουλτούρα (με μέτρα όπως,  πεζοδρομήσεις, απαγόρευση κυκλοφορίας στο κέντρο κλπ) κι, άμεσα, να σχεδιάσουμε και ν’ αρχίσουμε να υλοποιούμε, ένα ολοκληρωμένο, σύγχρονο, αξιόπιστο και πολύμορφο (ακόμα και με συνδυασμό χερσαίων και θαλάσσιων μέσων) σύστημα δημόσιας τοπικής συγκοινωνίας.
 Δεν πρόκειται για ένα ακόμα έργο, αλλά για έργο-προϋπόθεση όχι μόνο για την όποια ανάπτυξη, αλλά και για την ίδια την βιωσιμότητα της περιοχής.