Κυριακή 13 Μαρτίου 2011

Τσιράκι ή Γλείφτης

Τσιράκι: Ουσιαστικό- ουδέτερο

Ετυμολογία: δεν τη βρήκα

Αρχικά σημαίνει βοηθός, «παιδί» (το παιδί του μαγαζιού), μαστορόπουλο.


Ο "άνθρωπος" που επιδιώκει να γίνει φίλος με κάποιον ανώτερο στην ιεραρχία προκειμένου να επωφεληθεί από αυτόν.

Γνωστός και ως:
γλείφτης, γλίτσας, τσίρος, τσάτσος,λιάτσος, λιάτσα, δώστης, σπιούνος.

Παράδειγμα (προς αποφυγήν)
- Απ' όσο άκουσα, φέτος θα μου δώσουν την άδεια που δικαιούμαι!
- Σίγα μην τη δώσουνε σε σένα! Δεν βλέπεις τον άλλο , έχει γίνει τσιράκι του βουλευτή και δεν πατάει καθόλου στη δουλειά του !