Κυριακή 29 Μαΐου 2011

«Ταξίδι» της Βροχής

 Χρονογράφημα

Γράφει: ο Τάκης Δημητρακόπουλος

Ευλογία! Ετούτες οι χαλαρές ανοιξιάτικες βροχές, στάζουν βάλσαμο στην ψυχή, στη γη που υποδέχεται τις στάλες της….!
Βραδάκι και η βροχή ψιθυρίζει στα κλαδιά των δέντρων τραγούδια πανάρχαια, ερωτικά.
 Ο αέρας φέρνει αρώματα, βρεγμένο χώμα και άρωμα θυμαριού σμίγουν με το άρωμα του πεύκου και του φασκόμηλου...



Και η βροχή πέφτει, μουσκεύει τα μαλλιά κυλάει στο μέτωπο, ζωογόνος. Έτσι «τελειώνει» το ταξίδι της  ποιος ξέρει από ποια θάλασσα, ποιο ποτάμι…ταξιδιώτης που γέρνει να ξαποστάσει στο χώμα, για λίγο κι ύστερα να συνεχίσει το ταξίδι της στα βάθη της γης. Θα συναντήσει ρίζες διψασμένες και θα τους δώσει τη δροσιά της, θα γίνει χλωροπράσινο φύλλο άλλου, κι άλλου κατακόκκινο τριαντάφυλλο.


 Τέτοια σκεπτόμουν κάτω απ΄τη βροχή μ’ένα τσιγάρο σύντροφο πιστό και δολοφόνο στο χέρι.
 Κάτι τέτοιες μοναχικές στιγμές, το μυαλό ταξιδεύει σε χρόνια μαυρόασπρα, σαν παλιές φωτογραφίες κιτρινισμένα κιαυτά από το χρόνο τον αμείλικτο, εχθρό, φίλο ποιος ξέρει? 

Εκείνο το γλυκό βροχερό βράδυ, θυμήθηκα τον φίλο μου. Μια μέρα σαν αυτή βροχερή τον γνώρισα σε μια πέτρα καθισμένο, κάτω απ’ τη βροχή….Αυτή μου τον γνώρισε, μέρες μετά, όταν είχαμε πει πολλά ώρες ατελείωτες εκεί σιωπηλοί και οι δύο…
Τον θυμάμαι έκπληκτος να ακούει να ακούει και μη βγάζει μιλιά. Τον ρώτησα γιατί σωπαίνει και μου απάντησε πως ακούει με «μαθαίνει» και δεν απαντάει γιατί δεν έχουμε γνωρίσει ο ένας τον άλλον… 
Μου έμαθε με τον τρόπο του την αξία της σιωπής, όταν άρχισε κάποια μέρα να μιλάει και να «πλέκει», να «υφαίνει» στον αργαλειό των αναμνήσεων εποχές και ανθρώπους, άλλοτε γνωστούς κι άλλοτε αγνώστους.
 Τι νομίζεις πως είναι η ζωή; Ρωτούσε για να απαντήσει μόνος του. Ένα υφάδι στον αργαλειό του χρόνου….Μια πάνω, μια κάτω του αργαλειού τα χτένια, κι εμείς, καθένας μας μια «κλωστή» ανάμεσα στο στημόνι. 
Ε, τι νομίζεις; Θα τελειώσει ποτέ το υφαντό; Τον άφηνα να λέει, να λέει και σιωπούσα! Το διαπίστωσα ώρες μετά! Σιωπούσα! Και πίστευα πως συνομιλούσαμε! Η σιωπή, η παύση, είναι μέτρο κιαυτή στη μουσική των ανθρωπίνων συναισθημάτων..! 
Μου είπε να ψάξω μια μια τις λέξεις, να σκαλίσω στον κήπο με τα ερωτηματικά κι’όταν έρθει η ώρα της ανθοφορίας θα καταλάβω…

Το νομίζεις ευχή μου είχε πει, πίστεψέ με όμως, είναι κατάρα, γιαυτό σε συμβουλεύω να πετάξεις το κλειδί..! 


Πολύ καιρό τώρα είχα την απορία, μέχρι που τον είδα, γελαστό και βρεγμένο.. Τί κάνεις; Με ρώτησε. Άνθισαν; Δεν βρήκα λόγια, είπα μόνο πως συμπτωματικά αυτόν σκεπτόμουν..Έπιασε η κατάρα, παρατήρησε. Δεν πέταξες το κλειδί..θα περάσεις πολλές ώρες σκαλίζοντας συρτάρια σκονισμένα…..! Πολλές ώρες…τότε κατάλαβα…ελπίζω κι εσείς…!
Νάσται καλά…